Ημερολόγιο

Η σελίδα μου στο facebook

Σαν σήμερα

Κυριακή, 8 Απριλίου 2012

Αρχαία Α' Γυμνασίου : ΕΝΟΤΗΤΑ 6

ΕΝΟΤΗΤΑ 6


 Μετάφραση
 Ένα μεγάλο ελάφι σε εποχή καλοκαιριού, καθώς διψούσε, φτάνει κοντά σε κάποια πηγή καθαρή και βαθιά και, αφού ήπιε όσο ήθελε, παρατηρούσε τη μορφή του σώματός του. Και κυρίως επαινούσε τη φύση των κεράτων του με την ιδέα ότι αυτά ήταν στολίδι για όλο το σώμα του. Αντίθετα, κατηγορούσε τη λεπτότητα των ποδιών του, επειδή, κατά τη γνώμη του, δεν μπορούσαν να αντέξουν όλο το βάρος του. Κι ενώ ασχολούνταν με αυτά, ξαφνικά ακούγεται γάβγισμα σκυλιών και κυνηγοί βρίσκονται κοντά. Και αυτό άρχισε να τρέχει ορμητικά, για να ξεφύγει και, όσο έτρεχε σε ομαλό έδαφος, σωζόταν από την ταχύτητα των ποδιών του. Όταν όμως έπεσε σε αδιαπέραστο και πυκνό δάσος, επειδή του μπλέχτηκαν τα κέρατα, παγιδεύτηκε και έμαθε εξ ιδίας πείρας ότι πράγματι ήταν άδικος κριτής των ατομικών του χαρακτηριστικών, επειδή κατηγορούσε αυτά που το έσωζαν, ενώ επαινούσε αυτά που το πρόδωσαν.

Λεξιλογικά
πότης = αυτός που καταναλίσκει συχνά και σε μεγάλες ποσότητες οινοπνευματώδη ποτά.
ποτήρι =  1. κοίλο σκεύος, κυρίως γυάλινο, διάφορων σχημάτων και μεγεθών με το οποίο πίνουμε νερό ή άλλα ποτά 2. το (υγρό) περιεχόμενο ενός ποτηριού, η ποσότητα του υγρού που χωράει σε ένα ποτήρι: Ένα ~ κρασί / μπίρα / νερό.
πόσιμος = κατάλληλος να τον πιεις 
πόση = η ενέργεια του πίνω  
ποτίζω = 1. ρίχνω νερό σε φυτά 2. δίνω σε κπ. να πιει κτ., και κυρίως νερό σε ζώα  3. απορροφώ (σιγά σιγά) ένα υγρό, υγραίνομαι, εμποτίζομαι: Πότισε ο τοίχος / το ταβάνι 4. (μτφ.) α. γεμίζω με κτ., είμαι γεμάτος από κτ. υγρό: Γη ποτισμένη με ιδρώτα. Λάβαρο ποτισμένο με το αίμα των αγωνι στών. β. (για πρόσ.) διαποτίζω κπ., τον επηρεάζω σε πολύ μεγάλο βαθμό: Έχουν ποτιστεί με μίσος κατά των αλλοθρήσκων.
πότισμα = η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ποτίζω
καταπίνω = 1α. με εκούσιες και με αντανακλαστικές κινήσεις των μυών του στόματος και του φάρυγγα κατεβάζω κτ., κυρίως μια ποσότητα στερεάς ή υγρής τροφής, από το στόμα στο στομάχι διά μέσου του οισοφάγου  β. (οικ.) τρώω βιαστικά και λαίμαργα, καταβροχθίζω την τρο φή μου: Ό,τι βρει μπροστά του το καταπίνει.2. (μτφ., οικ.) α. πιστεύω με μεγάλη ευκολία ό,τι μου πουν, δείχνω αφέλεια και ευπιστία· χάφτω  β. δέχομαι μια δυσάρεστη κατάστα ση χωρίς διαμαρτυρίες ή άλλες αντιδράσεις: Kατάπια πολλές προσβολές χωρίς να μιλήσω. Kατάπιε πολλές πίκρες στη ζωή της.
κατάποση =  η ενέργεια του καταπίνω, το σύνολο των εκούσιων και αντανακλαστικών κινήσεων με τις οποίες μεταφέρεται κτ., στερεό ή υγρό, από τη στοματική κοιλότητα στο στομάχι, διά μέσου του οισοφάγου
προπίνω = πίνω πρώτος ή στην υγειά κάποιου
πρόποση = σύντομος λόγος σε γιορτές, σε συνεστιάσεις κτλ., στο τέλος του οποίου αυτός που τον εκφωνεί σηκώνει ένα ποτήρι και προτρέπει να πιουν όλοι μαζί προς τιμή κάποιου προσώπου ή γεγονότος
συμπότης = αυτός που πίνει κρασί ή άλλα οινοπνευματώδη ποτά, σε συναναστροφή, μαζί με άλλους.
συμπόσιο = Iα.στην αρχαία Ελλάδα, συνεστίαση με οινοποσία που συνοδευόταν από τραγούδια, χορό και συζήτηση. β. ιδιαίτερα πλούσιο γεύμα ή δείπνο με πολλούς συνδαιτυμόνες, που γίνεται με την ευκαιρία κάποιου ευχάριστου γεγονότος. II. άτυπη συνάντηση επιστημόνων ή άλλων ειδικών, κατά την οποία γίνονται επιστημονικές ανακοινώσεις και ακολουθεί η σχετική συζήτηση· (πρβ. συνέδριο): Iατρικό ~. ~ ιστορικής γλωσσολογίας.
άμπωτη = η υποχώρηση του νερού της θάλασσας κατά την παλίρροια
οινοποσία = κατανάλωση κρασιού από ένα πρόσωπο, συνήθ. όταν πρόκειται για μεγάλη ποσότητα
ηδύποτο = οινοπνευματώδες ποτό με γλυκιά γεύση και άρωμα φρούτων, ανθέων κτλ
πιόμα = 1. η πόση. 2. το ποτό.
ποτοποιός = επιχειρηματίας ή εργαζόμενος στον κλάδο της ποτοποιίας.
ποταπαγόρευση = η απαγόρευση παραγωγής, πώλησης και κατανάλωσης οινοπνευματωδών ποτών

A' ΚΛΙΣΗ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου